ΕΜΜΙΣΘΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

Posted: 4 Απριλίου, 2009 in Uncategorized

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΜΜΙΣΘΟΥΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

Μετά από την καθιέρωση της ελάχιστης υποχρεωτικής αμοιβής προς τους ασκούμενους δικηγόρους, η οποία επιτεύχθηκε με τη αποφασιστική συμβολή της Εναλλακτικής Πρωτοβουλίας, πρέπει να τεθεί στο τραπέζι του διαλόγου και το ζήτημα της αμοιβής των εμμίσθων δικηγόρων.
Για να έχουμε μία ολοκληρωμένη τοποθέτηση γύρω από το ζήτημα πρέπει να απαντήσουμε στα εξής ερωτήματα :

Α. Σε ποια έκταση και με ποια μορφή εμφανίζεται το φαινόμενο της έμμισθης συνεργασίας σήμερα και με ποιους τρόπους διευθετούνται υπό συνθήκες αγοράς οι σχέσεις μεταξύ των μερών.

Β. Ποιο είναι το εύλογο ύψος του ποσού της μηνιαίας αμοιβής εμμίσθων συνεργατών και σε ποιες υπηρεσίες αντιστοιχεί και πώς αποτιμάται η “εις είδος” παροχή του δικηγόρου – εργοδότη προς τον δικηγόρο – συνεργάτη (γραφείο, υποδομή, βοήθεια προς άσκηση ιδίας δικηγορίας).

Γ. Με ποιόν τρόπο πρέπει να αμείβονται νομικές υπηρεσίες δικηγόρων προς δικηγόρους μεταξύ των οποίων δεν υφίσταται κατ ανάγκην η συστέγαση και η σχέση έμμισθης (ή τακτικής) συνεργασίας.

Δ. Ποιες άλλες ρυθμίσεις χρειάζεται να θεσπιστούν στις σχέσεις δικηγόρων και συνεργατών.

– Πώς διασφαλίζεται η εφαρμογή της οποιαδήποτε απόφασης του Δ.Σ. του Δ.Σ.Θ. και σε ποιο βαθμό μπορεί να προληφθεί η καταστρατήγησή της.

Η Κ Α Τ Ε Υ Θ Υ Ν Σ Η

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί ότι η δικηγορική υπαλληλοποίηση είναι μία πραγματικότητα και όχι στόχος μας. Η διευκρίνηση γίνεται γιατί υπάρχει (μεταξύ των άλλων) μία κριτική που ασκείται σε όσους βλέπουμε τα πράγματα από τη σκοπιά αυτή ότι έχουμε την πρόθεση της υπαλληλοποίησης ή ότι την υπηρετούμε κατ’ αποτέλεσμα. Η κριτική αυτή, ένα από τα διάφορα άλλοθι όσων είναι αντίθετοι στην κατοχύρωση του έμμισθου συνεργάτη, δεν είναι μόνο αβάσιμη, αλλά είναι και προφανώς ψευδής. Είναι σαν να χρεώνει κανείς σε έναν αριστερό ότι επιδιώκει τη διαιώνιση των αστικών σχέσεων εργασίας επειδή αγωνίζεται για καλύτερο μεροκάματο των εργατών. Αντίθετα, εκείνοι που τάσσονται ενάντια στην κατοχύρωση του έμμισθου συνεργάτη είναι εκείνοι που δημιουργούν προϋποθέσεις υπαλληλοποίησης και μάλιστα άνευ όρων, αφήνοντας ανυπεράσπιστους τους συνεργάτες.
– Στόχος λοιπόν δεν είναι η υπαλληλοποίηση αλλά η κατεύθυνση της ισότιμης συλλογικής συνεργατικής λειτουργίας που σταδιακά καθίσταται αναγκαία ως τρόπος άσκησης της δικηγορίας. Ένας διορατικός δικηγορικός συνδικαλισμός θα έπρεπε να αναζητά τρόπους παροχής κινήτρων για τη δημιουργία τέτοιων γραφείων. Με οριζόντιους και όχι κάθετους καταμερισμούς και με αλληλοεξυπηρέτηση, με τη δυνατότητα μείωσης του κόστους υποδομής και τη δυνατότητα μετακύλισης των βοηθητικών και διεκπεραιωτικών εσωτερικών και εξωτερικών εργασιών σε απλούς υπαλλήλους.
Είναι φυσικό, όσοι δεν αντιλαμβάνονται την προοπτική αυτή της εξέλιξης της δικηγορίας να θεωρούν την σχέση της συνεργασίας παροδική, μέχρι ο νέος να σταθεί στα πόδια του και να ανοίξει το δικό του γραφείο, όπου θα συνεχίσει αυτοδύναμα, αργότερα θα προσλάβει έναν συνεργάτη, που και αυτός όταν θα μεγαλώσει θα κάνει το ίδιο κλπ.
Αρκετοί παλιοί ιδίως συνάδελφοι, που έζησαν τη δικηγορία έτσι εξελισσόμενη όλα αυτά τα χρόνια και θεωρούν ότι έτσι θα συνεχίζεται και στο μέλλον, θεωρούν φαινόμενο παροδικό τη συνεργασία και εύλογα βρίσκουν αδιανόητη κάθε συζήτηση για την κατοχύρωση.
Αδυνατούν όμως να αντιληφθούν ότι η συνεργασία δεν είναι παροδική πλέον για όλους. Ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός δικηγόρων θα αρχίζει και θα τελειώνει την καριέρα του ως “συνεργάτης”. Και όχι συνεργάτης μόνο εργοδοτών αναξιοπαθούντων μικρομεσαίων ταλαίπωρων μαχόμενων, αλλά και συλλογικών γραφείων και μεγαλοδικηγόρων κλπ.

A. Δεν υπάρχει πουθενά ακριβής καταγραφή και στατιστική επεξεργασία ασφαλής για τον σχηματισμό συνολικής εικόνας. Οι ετήσιες δηλώσεις προς τον ΔΣΘ δεν αναφέρουν την πραγματικότητα. Το ιδεολόγημα του ελεύθερου επαγγελματία και ακόμα περισσότερο η αίσθηση κύρους του δικηγόρου, που χρόνια ενσάρκωνε και συμβόλιζε το όνειρο της κοινωνικής ανόδου πολλών γενεών, σε συνδυασμό με τη μικροαστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας εμποδίζει τον δικηγόρο συνεργάτη να πιστέψει ότι είναι υπάλληλος για να διεκδικήσει και τα αντίστοιχα δικαιώματα. Είναι γεγονός ότι το τοπίο φαίνεται να αλλάζει από τη δεκαετία του 1980. Αλλάζει κύρια ο τρόπος δικηγορίας. Η “εφ’ όλης της ύλης” δικηγορία και μαζί της η ατομική δικηγορία (με τον πολλαπλάσιο συντελεστή της καθημερινής ταλαιπωρίας) φθίνει. Η εργασία του συνεργάτη γίνεται αναγκαία. Οι σχέσεις συστέγασης – αλληλοεξυπηρέτησης και άτυπης εταιρίας κερδίζουν έδαφος σε ένα μεγάλο αριθμό νέων ιδίως δικηγόρων που ξεκινούν τη δικηγορία. Εμφανίζονται και άλλου είδους μορφές εξωτερικής συνεργασίας χωρίς τα στοιχεία της συστέγασης και της τακτικότητας, κατ αποκοπή, όπως συμβαίνει γενικά και σε άλλες επαγγελματικές σχέσεις (π.χ. σύνταξη δικογράφων).
Από την άλλη πλευρά πληθαίνουν τα εξειδικευμένα δικηγορικά γραφεία – επιχειρήσεις με κάθετο καταμερισμό εργασίας, στον οποίο οι συνεργάτες δικηγόροι είναι σχεδόν αποκλειστικά υπάλληλοι, είτε ασκώντας καθήκοντα δικηγόρου, είτε καθήκοντα υπαλλήλου γραφείου (εσωτερικά και εξωτερικά), με δεδομένη την έλλειψη στην Ελλάδα εξειδικευμένων υπαλλήλων νομικών γραφείων.
Τελικά, ένας σημαντικός αριθμός δικηγόρων απασχολείται υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας χωρίς οι εργασιακές του σχέσεις να προστατεύονται και να ρυθμίζονται από οποιονδήποτε άλλον παράγοντα πλην του παράγοντα της αγοράς. Ο παράγοντας της αγοράς συχνά επιβάλλει εξ ολοκλήρου (ή σχεδόν εξ ολοκλήρου) χαμηλούς μισθούς, χαμηλότερους των 300 € για δικηγόρους και άλλοτε (όχι πάντα τακτικά) μερίδιο αμοιβής στην υπόθεση που χειρίζονται.
Είναι λοιπόν αναγκαία η παρέμβαση του συνδικαλιστικού οργάνου των δικηγόρων για να ενισχυθεί ο συσχετισμός των κατηγοριών αυτών απέναντι στην αναμφισβήτητη θέση ισχύος των εργοδοτών τους στην αγορά.

B. Στο τέλος του 2008 το κατώτερο ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη ανερχόταν σε 31,01€, ενώ ο κατώτερος μηνιαίος μισθός υπαλλήλου σε 701,01 € με βάση την ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. Επίσης, η μηνιαία ασφαλιστική επιβάρυνση ενός δικηγόρου για τις εισφορές σε ΕΤΑΑ (ΤΑΝ, ΤΕΑΔ και Τομέας Υγείας) κυμαίνεται, με τις διάφορες κλιμακώσεις, από 124€ έως 260€. Τα ποσά αυτά στηρίζονται στην ανακοίνωση του Τ.Ν. και του ΤΠΔΘ για τις εισφορές έτους 2007. Ακόμη πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο χαμηλότερος μηνιαίος μισθός δικηγόρου έμμισθου στο Δημόσιο (π.χ. παρά Πρωτοδίκαις χωρίς οικογενειακά βάρη και προϋπηρεσία) ανέρχεται από 1/10/2008 σε 1.204€. Ο υψηλότερος φθάνει τα 1.766€. Και σε ετήσια βάση πολλαπλασιάζεται επί 14. Ακολουθώντας την αναγωγή της αξίας παροχής των διαφόρων κατ’ είδος παρεχομένων από τον εργοδότη δικηγόρο, όπως η παροχή του γραφείου και της υποδομής του (βιβλιοθήκης, χώρων, τεχνικής υποδομής) για ιδία άσκηση δικηγορίας στο 30% των αποδοχών αυτών, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι μηνιαίες ελάχιστες αποδοχές του έμμισθου συνεργάτη δικηγόρου που του χορηγούνται σε χρήμα, εφόσον αυτοί δεν παρέχουν αποκλειστικά τις υπηρεσίες τους στον δικηγόρο που στεγάζουν τη δική τους επαγγελματική δραστηριότητα και εφόσον τους χορηγούνται και οι παραπάνω μη χρηματικές παροχές, δεν πρέπει να υπολείπονται του 70% των αποδοχών που θα έπαιρναν ως έμμισθοι στον δημόσιο τομέα, ανάλογα με τα προσόντα και τα κριτήρια που εκεί αναγνωρίζονται, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των 983 € που είναι το κατά τα παραπάνω ελάχιστο (1.204 Χ 14 : 12 Χ 70%). Το ποσό αυτό πρέπει να αντιστοιχεί σε όχι περισσότερες από επτά (7) ώρες παροχής εργασίας την ημέρα ή τριάντα πέντε (35) την εβδομάδα.
Για όσους έχουν συμφωνήσει να παρέχουν υπηρεσίες για λιγότερες ημέρες ή ώρες ανά εβδομάδα, η αμοιβή τους να είναι ανάλογα μειωμένη, εφόσον όμως έχει προϋπάρξει γραπτή συμφωνία βέβαιης χρονολογίας (με υποχρεωτική κατάθεσή της στον ΔΣΘ) σχετικά με τη μειωμένη απασχόληση, όπως απαιτείται το ίδιο και στην εργατική νομοθεσία. Τέλος, το είδος των υπηρεσιών που υποχρεούνται να παρέχουν οι συνεργάτες δικηγόροι θα πρέπει να υπακούει στους περιορισμούς του κώδικα δεοντολογίας ( άρθρα 33, 34 ) και ιδίως δεν είναι δυνατό να εκτείνεται και σε εξωδικηγορικά καθήκοντα. Αλλά βέβαια, εμείς τουλάχιστον δεν έχουμε την αυταπάτη ότι ο δικηγόρος εργοδότης θα πληρώνει τον συνεργάτη για να τον καθιστά “νομικό μελετητή”, ενώ ο ίδιος θα τρέχει.

Γ. Εδώ εντάσσεται κατά κύριο λόγο η κατ’ αποκοπή (φασόν) συνεργασία, συνήθως σύνταξη δικογράφων ή εξ ολοκλήρου χειρισμός υποθέσεων ή παραστάσεις στα δικαστήρια. Η αυξανόμενη έκταση της μορφής αυτής συνεργασιών για τους λόγους που αναφέρθηκαν οδηγεί στην ανάγκη κατοχύρωσης και αυτών των υπηρεσιών. Τα ελάχιστα όρια αμοιβών δεν μπορούν να υπολείπονται εκείνων που προβλέπει ο κώδικας περί δικηγόρων (άρθρα 100επ). Τα όρια αυτά είναι συνήθως ποσοστιαία επί του οικονομικού αντικειμένου της υπόθεσης (π.χ. αμοιβή για τη σύνταξη αγωγής 2%). Αφού όμως μειωθούν κατά την εύλογη αναλογία των λειτουργικών εξόδων (παγίων και μη) της υπόθεσης, αφού δεν επιβαρύνεται με αυτά ο συντάκτης του δικογράφου, αλλά αυτός που του ανέθεσε τη σχετική εργασία. Η αναλογία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% και θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν η κατά τα παραπάνω νόμιμη αμοιβή υπερβαίνει κάποιο όριο (π.χ. τα 700 €). Ούτε είναι δυνατό να υπολείπονται του ποσού που λαμβάνεται υπόψη για τον τεκμαρτό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος του δικηγόρου (π.χ. αν πρόκειται για παραστάσεις σε δικαστήρια).

Δ. Ενδεικτικά κάποια μέτρα που πρέπει να θεσπισθούν:

α) Η νομοθετική καθιέρωση του κατά τα παραπάνω ελαχίστου υποχρεωτικού ορίου αμοιβής και η δυνατότητα ετήσιας αναπροσαρμογής με αποφάσεις του Δ.Σ.Θ.
β) Προστασία του έμμισθου συνεργάτη και στα άλλα πεδία της “έννομης σχέσης” του (ασφαλιστική κάλυψη κατά τα 2/3, ελάχιστη διάρκεια σύμβασης, προειδοποίηση και αποζημίωση κατά την απόλυση, προστασία από βλαπτική μεταβολή των όρων της σχέσης).
γ) Δημοσιοποίηση (στον Αρμενόπουλο, στο ΕΝΩΠΙΟΝ, στα δικαστήρια, κ.α.) των παραπάνω μέτρων, με υπόμνηση των πειθαρχικών συνεπειών για όσους δεν σέβονται την εργασία των συνεργατών συναδέλφων τους, και λήψη κάθε άλλου μέτρου για την τήρηση των παραπάνω ρυθμίσεων.
δ) Λειτουργία του γραφείου συνεργασιών στον ΔΣΘ με σκοπό την εξεύρεση εργασίας, την κατάρτιση εγγράφων συμβάσεων, την καταγραφή των σχέσεων έμμισθης συνεργασίας, την εποπτεία της τήρησης της δεοντολογίας και των υποχρεώσεων των μερών και τη διαιτησία σε περιπτώσεις διαφορών. Κατάργηση των μικρών αγγελιών με την ευθύνη του ΔΣΘ.
ε) Έκπτωση των ποσών που καταβάλλονται ως αμοιβές σε συνεργάτες από το φορολογητέο εισόδημα ώστε το φορολογικό να λειτουργήσει ως μοχλός για την ανάδειξη των σχέσεων της έμμισθης συνεργασίας.

ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ
ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΝΑ ΤΑ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ
ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ – ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΟΥΜΕ
ΣΤΙΣ 8 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΣΤΗ ΔΙΑΓΩΝΙΟ (ΔΣΘ) στις 8μμ

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.