Λογοτεχνικό Kαφενείο

ΦΥΣΑΕΙ ΣΤΑ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Παγωνιά
φυσάει στους έρημους δρόμους της πολιτείας
ο άνεμος στροβιλίζει τη σκόνη
παρασέρνει τ’ αποτσίγαρα τα σύννεφα τα χαρτιά
λίγοι μοναχικοί διαβάτες περνάνε βιαστικοί στους δρόμους
φυσάει στις καμινάδες στις στέγες κάτω απ’ τις γέφυρες
φυσάει μές απ’ τ’ αχαμνά σκέλια των κατάδικων που σουλατσάρουν
στα προαύλια των φυλακών
φυσάει στις ματωμένες κοιλιές των γυναικών που γεννάνε
έξω απ’ τις κλειστές πόρτες των νοσοκομείων
φυσάει στις παράγκες στα παραπήγματα στα καπηλειά
φυσάει κάτω απ’ τα παλιά ανάχτορα

Μνημόσυνο για τους πεσόντες

Εξέδρες
τα ψηλά καπέλα των υπουργών
μονύελα
γάντια
ακριβές γούνες
οι φαντάροι στη γραμμή παρουσιάζουν όπλα
πίσω απ’ τις ξιφολόγχες που γυαλίζουν
στριμώχνεται ο λαός
Φάτσες τετράγωνες ρυτιδωμένες
φάτσες μελανιασμένες απ’ το κρύο μελανιασμένες απ’ τις
καπνιές
χοντρά δυνατά σαγώνια σαπισμένα δόντια
μάτια κάτω απ’ τα τσαλακωμένα κασκέτα
κόκκινα και βλοσυρά

Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σου
αλληλούϊα
φυσάει

Ένας γέρος μισοκοιμάται
ένας σοβατζής με τη φόρμα του χιονισμένη απ’ ασβέστη
δεν υπάρχει διέξοδος
οι Σλάβοι μας απειλούν
ο πόλεμος
ησυχία ησυχία μιλάει ο κύριος υπουργός
ο πόλεμος
αλληλούϊα
φυσάει μές απ’ τα δεκανίκια των σακάτηδων που χτυπάνε
τις πόρτες των πολιτειών

φυσάει μες στις κιθάρες των τυφλών που παίζουν στις γωνιές
των δρόμων
φυσάει ανάμεσα στα κόκκαλα των νεκρών

Μια γυναίκα σφίγγει τρομαγμένη το παιδί της
εκείνο πονάει και μπήγει τις φωνές
σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός
ένας αρτεργάτης φτύνει
καθάρματα
αλληλούϊα
κι η φτυσιά του πηγμένη απ’ τ’ αλεύρι φουσκώνει σαν προζύμι
για ένα μεγάλο αυριανό ψωμί
λάβετε φάγετε
φυσάει […]
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
—————————————————
                                  Αργοπεθαίνει… 

 (ένα αριστούργημα του Πάμπλο Νερούντα, σε μετάφραση από ιταλική δημοσίευση Βασίλη Χατζηγιάννη)

 

Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,

επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,

όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,

όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,

όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος,

όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο “ι”

αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια,

που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο,

που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,

όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,

όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα

για να κυνηγήσει ένα όνειρο,

όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του 

να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.

Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,

όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,

όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος

για την τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.

Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,

όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.

 

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,

όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.

 

Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

 

————————————————————————————————-

————————————————————————————————–

<<    Μη φοβάστε, το να ξεσκεπάζουμε τα σκάνδαλα, δε σημαίνει ότι φθείρουμε την εξουσία. Απεναντίας, τα σκάνδαλα είναι καλοδεχούμενα, γιατί επάνω τους στηρίζεται, μακροπρόθεσμα, η κρατική εξουσία.

      Μ’ άλλα λόγια, το σκάνδαλο, κι όταν ακόμα δεν υπάρχει πρέπει να το επινοούμε. Είναι ένα μέσο, που βοηθάει στη διατήρηση της εξουσίας, γιατί ξαλαφρώνει τους καταπιεσμένους, τους δίνει τη δυνατότητα να ξεδώσουν… Είναι το ξέσπασμα, η κάθαρση, που απελευθερώνει απ’ την ένταση. Και σεις, οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι, είστε οι άξιοι ιερείς της σκανδαλοθηρίας!.. Το σκάνδαλο είναι το αντίδοτο στο χειρότερο δηλητήριο, δηλ. στη συνειδητοποίηση του κόσμου.

      Ζητάει ο λαός αληθινή δικαιοσύνη; Εμείς του δίνουμε λίγο πιο δίκαιη απ’ αυτήν που έχει. Διαμαρτύρονται οι εργαζόμενοι για το αίσχος της εκμετάλλευσης; Εμείς διορθώνουμε το αίσχος, αφήνουμε όμως να υπάρχει η εκμετάλλευση. Θέλουμε να μην τα τινάζουν πια μες στις φάμπρικες; Εμείς παίρνουμε ορισμένα μέτρα για να βελτιώσουμε τις συνθήκες δουλειάς, δίνουμε και κανένα επίδομα στη χήρα. Θέλουν να καταργήσουν τις κοινωνικές τάξεις; Εμείς περιορίζουμε λιγάκι τις εμφανείς ταξικές διαφορές, έτσι, για να μη χτυπούν πολύ στο μάτι…

      Θέλουν επανάσταση; Εμείς τους δίνουμε ολίγες μεταρρυθμίσεις. Όχι ολίγες, αρκετές. Τους μπουκώνουμε με μεταρρυθμίσεις. Ή μάλλον τους μπουκώνουμε με υποσχέσεις για μεταρρυθμίσεις. Γιατί, γνήσιες μεταρρυθμίσεις, δεν πρόκειται να κάνουμε ποτέ! Βλέπετε, τον μέσο πολίτη, δεν τον νοιάζει να εξαφανιστούν οι βρωμιές… Όχι. Του αρκεί να ξεσκεπάζονται, να γίνεται ένα σκάνδαλο, να γίνεται σαματάς… Αυτή είναι, για κείνον, η αληθινή ελευθερία. Αυτός είναι, για κείνον, ο καλύτερος κόσμος! Αλληλούια! >>

 

(Από το θεατρικό έργο του Ντάριο Φο, «ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» 1970)

————————————————————————————————————————————————

                                Του θηρίου

Μη φεύγεις θηρίο

θηρίο με τα σιδερένια δόντια

θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι

θα σου δώσω ένα λαγήνι

θα σου δώσω κι ένα κοντάρι

θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις.

 

Θα σε φέρω σ’ άλλα λιμάνια

να δεις τα βαπόρια πώς τρώνε τις άγκυρες

πώς σπάζουν στα δυο τα κατάρτια

κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες.

 

Θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι

να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ

θα σου βρω πάλι το σπασμένο μπαλκόνι

και το σκύλο ουρανό

που βαστούσε τη βροχή στο πηγάδι.

 

Θα σου βρω πάλι τους ίδιους στρατιώτες

αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια

με την τρύπα πάνω απ’ το μάτι

κι αυτόν που χτυπούσε τη νύχτα τις πόρτες

με κομμένο το χέρι.

 

Θα σου βρω πάλι το σάπιο το μήλο.

 

Μη φεύγεις θηρίο

θηρίο με τα σιδερένια δόντια.

                                                                   Μίλτος Σαχτούρης

—————————————————————————————————–

—————————————————————————————————–

<<   «Παραμύθια»;… Αϊ λοιπόν θα σας πω κι ένα παραμύθι, για να ξεκουραστείτε! Μια φορά κι έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτήνανε αρκετά, αποφασίσανε να ταχτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε το λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατέα, τους είπανε: “Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας. Δε θα σας πάρουμε τα φκιάρια, τους κασμάδες, τα σκεπάρνια, τα δισάκια και τα ζεμπίλια σας με το ψωμοτύρι, τα τρύπια σας πουκάμισα με τις ψείρες και τις απάτωτες καλύβες σας, που κάνουνε νερά, σα βρέχει. Είσαστε λέφτεροι ! – ψηλά τα χέρια!). Λέφτεροι να ζείτε κατά το κέφι σας, να κερδίζετε, να κάνετε κομπόδεμα, να μεθάτε, να χορέβετε, να γεννοβολάτε και να πεθαίνετε. Εμείς θα σας μαθαίνουμε τις … αλήθειες! Θα σας δώσουμε πλούσια φαντασία κ’ αισθαντική καρδιά. Θα σας δώσουμε κι αθάνατη ψυχή. Κι όποιος από σας του γουστάρει, θα μπορεί να γράφει ποιήματα, να σκαρώνει θεωρίες και να δοξάζεται! Ο κυρίαρχος λαός θα σαστε εσείς! Εμείς μονάχα θα σας κουμαντάρουμε. Θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας – μ’ ένα λόγο για τη λεφτεριά σας. Σεις θα δουλέβετε, καταπώς θέλετε κι ό,τι θέλετε κι όποτε θέλετε. Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας. Και για να μη θαρρέψετε πως σας αδικούμε, θα πλερώνουμε κ’ εμείς το ίδιο δόσιμο στο Κράτος, – στον εαφτό μας!

“Κ’ εσείς κ’ εμείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλέβετε και να μην τρώτε κ’ εμάς να καθόμαστε και να τρώμε. Κ’ εμείς κ’ εσείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ’ εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλεφτάδες και θαν τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαφτό σας. Και για να μην πλακώνουν απ’ άλλες στεριές και θάλασσες κουρσάροι και κλέφτες ν’ αρπάζουνε το υστέρημά σας και να παίρνουνε σκλάβους κ’ εσάς και τις γυναίκες σας και τα παιδιά σας, θα σας αρματώνουμε, θα σας γυμνάζουμε, για να μπορείτε να διαφεντέβετε τους θεούς σας, τον εαφτό σας κ’ εμάς, δηλαδή την πατρίδα. Να σκοτώνεστε εσείς και να ζούμε εμείς. Κι’ επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συφέρο σας και να φυλάξετε τον εαφτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράμα μοναχά σας απαγορέβουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κι εμάς“.

Έτσι λοιπόν ο λαός δούλευε λέφτερα και λέφτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κι’ οι σωτήρες τους ξαπλωνόντανε τ’ ανάσκελα σε ζεστά παλάτια το χειμώνα και κάτου απ’ ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι – και σωρό γυναικούλες όμορφες τους ψειρίζανε το σβέρκο και τους χουχουλίζανε το ριζάφτι (πολύ συντελεί!). Κ’ η εφτυχία τους, είτανε δύναμη της πατρίδας κ’ η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δεν μπορούσε πια μήτε να ζήσει – μήτε να σκεφτεί χωρίς «σωτήρες».

Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι. Τέτια παράξενη πολιτεία μήτε γίνηκε μήτε θα γίνει ποτές! Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ’ επιμύθιο! Που ναν το βρω;.. Μονάχα σας λέω: “Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς, παραδίνεται για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των κλεφτών“  >>.

(Από την «Αληθινή Απολογία του Σωκράτη» του Κώστα Βάρναλη)