Ασκούμενοι-Συνεργάτες

Ελαστικές Σχέσεις Συνεργασίας(;) στο ΔΣΘ. Μέχρι πότε;

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΜΜΙΣΘΟΥΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

Μετά από την καθιέρωση της ελάχιστης υποχρεωτικής αμοιβής προς τους ασκούμενους δικηγόρους, η οποία επιτεύχθηκε με τη αποφασιστική συμβολή της Εναλλακτικής Πρωτοβουλίας, πρέπει να τεθεί στο τραπέζι του διαλόγου και το ζήτημα της αμοιβής των εμμίσθων δικηγόρων.

Για να έχουμε μία ολοκληρωμένη τοποθέτηση γύρω από το ζήτημα πρέπει να απαντήσουμε στα εξής ερωτήματα:

Α. Σε ποια έκταση και με ποια μορφή εμφανίζεται το φαινόμενο της έμμισθης συνεργασίας σήμερα και με ποιους τρόπους διευθετούνται υπό συνθήκες αγοράς οι σχέσεις μεταξύ των μερών.

Β. Ποιο είναι το εύλογο ύψος του ποσού της μηνιαίας αμοιβής εμμίσθων συνεργατών και σε ποιες υπηρεσίες αντιστοιχεί και πώς αποτιμάται η “εις είδος” παροχή του δικηγόρου – εργοδότη προς τον δικηγόρο – συνεργάτη (γραφείο, υποδομή, βοήθεια προς άσκηση ιδίας δικηγορίας).

Γ. Με ποιόν τρόπο πρέπει να αμείβονται νομικές υπηρεσίες δικηγόρων προς δικηγόρους μεταξύ των οποίων δεν υφίσταται κατ ανάγκην η συστέγαση και η σχέση έμμισθης (ή τακτικής) συνεργασίας.

Δ. Ποιες άλλες ρυθμίσεις χρειάζεται να θεσπιστούν στις σχέσεις δικηγόρων και συνεργατών.

Πώς διασφαλίζεται η εφαρμογή της οποιαδήποτε απόφασης του Δ.Σ. του Δ.Σ.Θ. και σε ποιο βαθμό μπορεί να προληφθεί η καταστρατήγησή της.

Η  Κ Α Τ Ε Υ Θ Υ Ν Σ Η

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί ότι η δικηγορική υπαλληλοποίηση είναι μία πραγματικότητα και όχι στόχος μας. Η διευκρίνηση γίνεται γιατί υπάρχει (μεταξύ των άλλων) μία κριτική που ασκείται σε όσους βλέπουμε τα πράγματα από τη σκοπιά αυτή ότι έχουμε την πρόθεση της υπαλληλοποίησης ή ότι την υπηρετούμε κατ’ αποτέλεσμα. Η κριτική αυτή, ένα από τα διάφορα άλλοθι όσων είναι αντίθετοι στην κατοχύρωση του έμμισθου συνεργάτη, δεν είναι μόνο αβάσιμη, αλλά είναι και προφανώς ψευδής. Είναι σαν να χρεώνει κανείς σε έναν αριστερό ότι επιδιώκει τη διαιώνιση των αστικών σχέσεων εργασίας επειδή αγωνίζεται για καλύτερο μεροκάματο των εργατών. Αντίθετα, εκείνοι που τάσσονται ενάντια στην κατοχύρωση του έμμισθου συνεργάτη είναι εκείνοι που δημιουργούν προϋποθέσεις υπαλληλοποίησης και μάλιστα άνευ όρων, αφήνοντας ανυπεράσπιστους τους συνεργάτες.

Στόχος λοιπόν δεν είναι η υπαλληλοποίηση αλλά η κατεύθυνση της ισότιμης συλλογικής συνεργατικής λειτουργίας που σταδιακά καθίσταται αναγκαία ως τρόπος άσκησης της δικηγορίας. Ένας διορατικός δικηγορικός συνδικαλισμός θα έπρεπε να αναζητά τρόπους παροχής κινήτρων για τη δημιουργία τέτοιων γραφείων. Με οριζόντιους και όχι κάθετους καταμερισμούς και με αλληλοεξυπηρέτηση, με τη δυνατότητα μείωσης του κόστους υποδομής και τη δυνατότητα μετακύλισης των βοηθητικών και διεκπεραιωτικών εσωτερικών και εξωτερικών εργασιών σε απλούς υπαλλήλους.

Είναι φυσικό, όσοι δεν αντιλαμβάνονται την προοπτική αυτή της εξέλιξης της δικηγορίας να θεωρούν την σχέση της συνεργασίας παροδική, μέχρι ο νέος να σταθεί στα πόδια του και να ανοίξει το δικό του γραφείο, όπου θα συνεχίσει αυτοδύναμα, αργότερα θα προσλάβει έναν συνεργάτη, που και αυτός όταν θα μεγαλώσει θα κάνει το ίδιο κλπ.

Αρκετοί παλιοί ιδίως συνάδελφοι, που έζησαν τη δικηγορία έτσι εξελισσόμενη όλα αυτά τα χρόνια και θεωρούν ότι έτσι θα συνεχίζεται και στο μέλλον, θεωρούν φαινόμενο παροδικό τη συνεργασία και εύλογα βρίσκουν αδιανόητη κάθε συζήτηση για την κατοχύρωση.

Αδυνατούν όμως να αντιληφθούν ότι η συνεργασία δεν είναι παροδική πλέον για όλους. Ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός δικηγόρων θα αρχίζει και θα τελειώνει την καριέρα του ως “συνεργάτης”. Και όχι συνεργάτης μόνο εργοδοτών αναξιοπαθούντων μικρομεσαίων ταλαίπωρων μαχόμενων, αλλά και συλλογικών γραφείων και μεγαλοδικηγόρων κλπ.

 A. Δεν υπάρχει πουθενά ακριβής καταγραφή και στατιστική επεξεργασία ασφαλής για τον σχηματισμό συνολικής εικόνας. Οι ετήσιες δηλώσεις προς τον ΔΣΘ δεν αναφέρουν την πραγματικότητα. Το ιδεολόγημα του ελεύθερου επαγγελματία και ακόμα περισσότερο  η αίσθηση κύρους του δικηγόρου, που χρόνια ενσάρκωνε και συμβόλιζε το όνειρο της κοινωνικής ανόδου πολλών γενεών, σε συνδυασμό με τη μικροαστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας εμποδίζει τον δικηγόρο συνεργάτη να πιστέψει ότι είναι υπάλληλος για να διεκδικήσει και τα αντίστοιχα δικαιώματα. Είναι γεγονός ότι το τοπίο φαίνεται να αλλάζει από τη δεκαετία του 1980. Αλλάζει κύρια ο τρόπος δικηγορίας. Η “εφ’ όλης της ύλης” δικηγορία και μαζί της η ατομική δικηγορία (με τον πολλαπλάσιο συντελεστή της καθημερινής ταλαιπωρίας) φθίνει. Η εργασία του συνεργάτη γίνεται αναγκαία. Οι σχέσεις συστέγασης – αλληλοεξυπηρέτησης και άτυπης εταιρίας κερδίζουν έδαφος σε ένα μεγάλο αριθμό νέων ιδίως δικηγόρων που ξεκινούν τη δικηγορία. Εμφανίζονται και άλλου είδους μορφές εξωτερικής συνεργασίας χωρίς τα στοιχεία της συστέγασης και της τακτικότητας, κατ αποκοπή, όπως συμβαίνει γενικά και σε άλλες επαγγελματικές σχέσεις (π.χ. σύνταξη δικογράφων).

Από την άλλη πλευρά πληθαίνουν τα εξειδικευμένα δικηγορικά γραφεία – επιχειρήσεις με κάθετο καταμερισμό εργασίας, στον οποίο οι συνεργάτες δικηγόροι είναι σχεδόν αποκλειστικά υπάλληλοι, είτε ασκώντας καθήκοντα δικηγόρου, είτε καθήκοντα υπαλλήλου γραφείου (εσωτερικά και εξωτερικά), με δεδομένη την έλλειψη στην Ελλάδα εξειδικευμένων υπαλλήλων νομικών γραφείων.

Τελικά, ένας σημαντικός αριθμός δικηγόρων απασχολείται υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας χωρίς οι εργασιακές του σχέσεις να προστατεύονται και να ρυθμίζονται από οποιονδήποτε άλλον παράγοντα πλην του παράγοντα της αγοράς. Ο παράγοντας της αγοράς συχνά επιβάλλει εξ ολοκλήρου (ή σχεδόν εξ ολοκλήρου) χαμηλούς μισθούς, χαμηλότερους των 300 € για δικηγόρους και άλλοτε (όχι πάντα τακτικά) μερίδιο αμοιβής στην υπόθεση που χειρίζονται.

Είναι λοιπόν αναγκαία η παρέμβαση του συνδικαλιστικού οργάνου των δικηγόρων για να ενισχυθεί ο συσχετισμός των κατηγοριών αυτών απέναντι στην αναμφισβήτητη θέση ισχύος των εργοδοτών τους στην αγορά.

B. Στο τέλος του 2008 το κατώτερο ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη ανερχόταν σε 31,01€, ενώ ο κατώτερος μηνιαίος μισθός υπαλλήλου σε 701,01 € με βάση την ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. Επίσης, η μηνιαία ασφαλιστική επιβάρυνση ενός δικηγόρου για τις εισφορές σε ΕΤΑΑ (ΤΑΝ, ΤΕΑΔ και Τομέας Υγείας) κυμαίνεται, με τις διάφορες κλιμακώσεις, από 124€ έως 260€. Τα ποσά αυτά στηρίζονται στην ανακοίνωση του Τ.Ν. και του ΤΠΔΘ για τις εισφορές έτους 2007. Ακόμη πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο χαμηλότερος μηνιαίος μισθός δικηγόρου έμμισθου στο Δημόσιο (π.χ. παρά Πρωτοδίκαις χωρίς οικογενειακά βάρη και προϋπηρεσία) ανέρχεται από 1/10/2008 σε 1.204€. Ο υψηλότερος φθάνει τα 1.766€. Και σε ετήσια βάση πολλαπλασιάζεται επί 14. Ακολουθώντας την αναγωγή της αξίας παροχής των διαφόρων κατ’ είδος παρεχομένων από τον εργοδότη δικηγόρο, όπως η παροχή του γραφείου και της υποδομής του (βιβλιοθήκης, χώρων, τεχνικής υποδομής) για ιδία άσκηση δικηγορίας στο 30% των αποδοχών αυτών, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι μηνιαίες ελάχιστες αποδοχές του έμμισθου συνεργάτη δικηγόρου που του χορηγούνται σε χρήμα, εφόσον αυτοί δεν παρέχουν αποκλειστικά τις υπηρεσίες τους στον δικηγόρο που στεγάζουν τη δική τους επαγγελματική δραστηριότητα και εφόσον τους χορηγούνται και οι παραπάνω μη χρηματικές παροχές, δεν πρέπει να υπολείπονται του 70% των αποδοχών που θα έπαιρναν ως έμμισθοι στον δημόσιο τομέα, ανάλογα με τα προσόντα και τα κριτήρια που εκεί αναγνωρίζονται, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των 983 € που είναι το κατά τα παραπάνω ελάχιστο (1.204 Χ 14 : 12 Χ 70%). Το ποσό αυτό πρέπει να αντιστοιχεί σε όχι περισσότερες από επτά (7) ώρες παροχής εργασίας την ημέρα ή τριάντα πέντε (35) την εβδομάδα.

Για όσους έχουν συμφωνήσει να παρέχουν υπηρεσίες για λιγότερες ημέρες ή ώρες ανά εβδομάδα, η αμοιβή τους να είναι ανάλογα μειωμένη, εφόσον όμως έχει προϋπάρξει γραπτή συμφωνία βέβαιης χρονολογίας (με υποχρεωτική κατάθεσή της στον ΔΣΘ) σχετικά με τη μειωμένη απασχόληση, όπως απαιτείται το ίδιο και στην εργατική νομοθεσία. Τέλος, το είδος των υπηρεσιών που υποχρεούνται να παρέχουν οι συνεργάτες δικηγόροι θα πρέπει να υπακούει στους περιορισμούς του κώδικα δεοντολογίας ( άρθρα 33, 34 ) και ιδίως δεν είναι δυνατό να εκτείνεται και σε εξωδικηγορικά καθήκοντα. Αλλά βέβαια, εμείς τουλάχιστον δεν έχουμε την αυταπάτη ότι ο δικηγόρος εργοδότης θα πληρώνει τον συνεργάτη για να τον καθιστά “νομικό μελετητή”, ενώ ο ίδιος θα τρέχει. 

Γ. Εδώ εντάσσεται κατά κύριο λόγο η κατ’ αποκοπή (φασόν) συνεργασία, συνήθως σύνταξη δικογράφων ή εξ ολοκλήρου χειρισμός υποθέσεων ή παραστάσεις στα δικαστήρια. Η αυξανόμενη έκταση της μορφής αυτής συνεργασιών για τους λόγους που αναφέρθηκαν οδηγεί στην ανάγκη κατοχύρωσης και αυτών των υπηρεσιών. Τα ελάχιστα όρια αμοιβών δεν μπορούν να υπολείπονται εκείνων που προβλέπει ο κώδικας περί δικηγόρων (άρθρα 100επ). Τα όρια αυτά είναι συνήθως ποσοστιαία επί του οικονομικού αντικειμένου της υπόθεσης (π.χ. αμοιβή για τη σύνταξη αγωγής 2%). Αφού όμως μειωθούν κατά την εύλογη αναλογία των λειτουργικών εξόδων (παγίων και μη) της υπόθεσης, αφού δεν επιβαρύνεται με αυτά ο συντάκτης του δικογράφου, αλλά αυτός που του ανέθεσε τη σχετική εργασία. Η αναλογία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% και θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν η κατά τα παραπάνω νόμιμη αμοιβή υπερβαίνει κάποιο όριο (π.χ. τα 700 €). Ούτε είναι δυνατό να υπολείπονται του ποσού που λαμβάνεται υπόψη για τον τεκμαρτό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος του δικηγόρου (π.χ. αν πρόκειται για παραστάσεις σε δικαστήρια).

Δ. Ενδεικτικά κάποια μέτρα που πρέπει να θεσπισθούν:

α) Η νομοθετική καθιέρωση του κατά τα παραπάνω ελαχίστου υποχρεωτικού ορίου αμοιβής και η δυνατότητα ετήσιας αναπροσαρμογής με αποφάσεις του Δ.Σ.Θ.

β) Προστασία του έμμισθου συνεργάτη και στα άλλα πεδία της “έννομης σχέσης” του (ασφαλιστική κάλυψη κατά τα 2/3, ελάχιστη διάρκεια σύμβασης, προειδοποίηση και αποζημίωση κατά την απόλυση, προστασία από βλαπτική μεταβολή των όρων της σχέσης).

γ) Δημοσιοποίηση (στον Αρμενόπουλο, στο ΕΝΩΠΙΟΝ, στα δικαστήρια, κ.α.) των παραπάνω μέτρων, με υπόμνηση των πειθαρχικών συνεπειών για όσους δεν σέβονται την εργασία των συνεργατών συναδέλφων τους, και λήψη κάθε άλλου μέτρου για την τήρηση των παραπάνω ρυθμίσεων.

δ) Λειτουργία του γραφείου συνεργασιών στον ΔΣΘ με σκοπό την εξεύρεση εργασίας, την κατάρτιση εγγράφων συμβάσεων, την καταγραφή των σχέσεων έμμισθης συνεργασίας, την εποπτεία της τήρησης της δεοντολογίας και των υποχρεώσεων των μερών και τη διαιτησία σε περιπτώσεις διαφορών. Κατάργηση των μικρών αγγελιών με την ευθύνη του ΔΣΘ.

ε) Έκπτωση των ποσών που καταβάλλονται ως αμοιβές σε συνεργάτες από το φορολογητέο εισόδημα ώστε το φορολογικό να λειτουργήσει ως μοχλός για την ανάδειξη των σχέσεων της έμμισθης συνεργασίας.  

ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ

ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΝΑ ΤΑ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ

ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΚΤΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ – ΑΣΚΟΥΜΕΝΩΝ

ΣΤΙΣ 8 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2009 στις 8μμ ΣΤΗ ΔΙΑΓΩΝΙΟ (ΔΣΘ)

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

www.enallaktiki.wordpress.gr                email:enallaktiki@hotmail.com 

 

————————————————————————– 

——————————————————————————————————————- 

 

Η ΑΡΧΗ ΕΓΙΝΕ – ΘΕΣΠΙΣΤΗΚΕ ΑΜΟΙΒΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΣΚΟΥΜΕΝΟΥΣ

 Το Δ.Σ. του Δ.Σ.Θ., κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 2007, και μετά από μαραθώνια συζήτηση, αποφάσισε να θεσπιστεί ελάχιστη υποχρεωτική αμοιβή για τους ασκούμενους που προσφέρουν πραγματικές υπηρεσίες στον ασκούντα δικηγόρο, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 300 € μηνιαίως.

Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στα γραφεία του ΔΣΘ, τα οποία είχαν κατακλυστεί από δεκάδες ασκούμενους δικηγόρους και φοιτητές Νομικής, οι οποίοι διεκδικούσαν το αυτονόητο, δηλαδή να αμείβονται για τις υπηρεσίες τις οποίες παρέχουν.

Αν και το ποσό των 300 € δεν επαρκεί, κατά τη γνώμη μας, για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης των ασκούμενων δικηγόρων αλλά και δεν ανταποκρίνεται σε καμία περίπτωση στις υπηρεσίες που παρέχουν όσοι εργάζονται πραγματικά ( η παράταξή μας πρότεινε 600 € ), εν τούτοις αποτελεί μία ιστορική απόφαση και την αφετηρία για τη συνέχιση του αγώνα για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και άσκησης των ασκουμένων δικηγόρων.

Η απόφαση αυτή ελήφθη μετά από μακροχρόνια προσπάθεια και αγώνα που κατέβαλε η παράταξή μας, σε συνεργασία με ενώσεις ασκουμένων δικηγόρων και των Φοιτητών της Νομικής, οι οποίοι είχαν το αίτημα αυτό στην πρώτη θέση των αιτημάτων τους.

Καταδικάζουμε απερίφραστα την απαράδεκτη στάση των συμβούλων του ΔΣΘ κκ. Κωνσταντίνου, Σιδηροπούλου, Μακρή, Βαλεργάκη, Γεωργιλά, Γωγάκου, Βρεττά και Νιφλή, οι οποίοι δεν ψήφισαν την ως άνω απόφαση και επιθυμούσαν τη συνέχιση της σημερινής απαράδεκτης κατάστασης, δηλαδή την εκμετάλλευση της εργασίας των ασκουμένων, υποστηρίζοντας την απλήρωτη μαύρη εργασία αλλά και της κ. Παναγοπούλου, η οποία ενώ υποσχέθηκε ενώπιον των ενώσεων των ασκουμένων ότι θα ψηφίσει την απόφαση, εν τούτοις δεν προσήλθε καθόλου στην ως άνω συνεδρίαση.

Υπενθυμίζουμε ότι η παραβίαση της απόφασης εκ μέρους των συναδέρφων που απασχολούν ασκούμενους αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα και ο παραβάτης δικηγόρος θα τιμωρείται πειθαρχικά από τον Σύλλογο.

Καλούμε τους ασκούμενους δικηγόρους να καταγγέλλουν προς το ΔΣΘ τέτοιες απαξιωτικές και αναξιοπρεπείς συμπεριφορές συναδέρφων, όταν τις συναντούν.

ΔΗΛΩΝΟΥΜΕ ότι θα συνεχίσουμε τον αγώνα για την κατοχύρωση της ελάχιστης υποχρεωτικής αμοιβής και για τον συνεργάτη – δικηγόρο, η οποία δεν πρέπει να υπολείπεται σήμερα του ποσού των 950 € μηνιαίως, θέμα το οποίο θα έρθει σύντομα προς συζήτηση στο Δ.Σ. του ΔΣΘ.

 Ε Ν Α Λ Λ Α Κ Τ Ι Κ Η       Π Ρ Ω Τ Ο Β Ο Υ Λ Ι Α      Δ Ι Κ Η Γ Ο Ρ Ω Ν

 

————————————————————————————————

—————————————————————–

 

 

ΓΙΑ  ΤΑ  ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ  ΤΩΝ  ΕΜΜΙΣΘΩΝ   ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ  ΚΑΙ ΑΣΚΟΥΜΕΝΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

           Το  τοπίο  στη  δικηγορία  άρχισε  να  αλλάζει  σημαντικά  τις  τελευταίες  δεκαετίες. Η «εφ’ όλης της ύλης»  δικηγορία και ιδίως η ατομική δικηγορία (τουλάχιστον σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα με τον πολλαπλάσιο συντελεστή της καθημερινής ταλαιπωρίας) φθίνει. Η «έμμισθη συνεργασία» κερδίζει συνεχώς έδαφος για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Σήμερα ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός δικηγόρων (ιδιαίτερα νέων) απασχολείται ως συνεργάτης σε δικηγορικά γραφεία, υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, χωρίς οι εργασιακές του σχέσεις να προστατεύονται και να ρυθμίζονται από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα πλην αυτού της αγοράς. Ο παράγοντας της αγοράς, ωστόσο, (σε συνδυασμό με τις υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές και τη συγκέντρωση και άνιση κατανομή της δικηγορικής ύλης)  συχνά επιβάλλει στους συνεργάτες δικηγόρους εξευτελιστικές αμοιβές (πολύ κατώτερες των αποδοχών του ανειδίκευτου εργάτη), άνευ όρων υπαλληλοποίηση και εξαναγκάζει καθημερινά μεγάλο αριθμό μάχιμων συναδέλφων σε επαγγελματική περιθωριοποίηση, υποαπασχόληση και τελικά σε βίαιη έξοδο από τη δικηγορία.  Είναι φανερό ότι η κατάσταση αυτή δεν εξυπηρετεί παρά μόνον εκείνους που αναζητούν φθηνό υπαλληλικό δυναμικό και απλήρωτη νομική εργασία.

          Μέσα στο ίδιο αυτό πλαίσιο, η πλειονότητα των ασκουμένων εργάζεται στη γραμματειακή υποστήριξη των γραφείων, παρέχοντας πραγματική και ουσιαστική εργασία (ο ασκούμενος στοιχίζει τουλάχιστον τρεις φορές λιγότερο από ένα γραμματέα…), συχνά με εξοντωτικό ωράριο που ορίζεται ελευθέρως από τον ασκούντα δικηγόρο και αμοιβές που ξεπερνούν τα όρια της επαιτείας!

          Τα ιδεολογήματα και ψευδοεπιχείρηματα του γραφειοκρατικού συνδικαλιστικού κατεστημένου περί  δικηγορικού πληθωρισμού ή προσπάθειας «υπαλληλοποίησης» των συναδέλφων απλώς υποκρύπτουν δολίως τις ανομολόγητες πλην όμως καθαρές προθέσεις τους να διαιωνιστεί το καθεστώς εκμετάλλευσης των συνεργατών και ασκουμένων δικηγόρων.

          Θεωρούμε απολύτως επιβεβλημένη την παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου για να ενισχυθεί ο συσχετισμός των πολυάριθμων και ασθενέστερων αυτών τμημάτων απέναντι στην αναμφισβήτητη θέση ισχύος των εργοδοτών τους στην αγορά.

                                               ΔΙ Ε Κ Δ Ι Κ Ο Υ Μ Ε :

  • Νομοθετική κατοχύρωση των δικαιωμάτων των έμμισθων συνεργατών και ασκουμένων δικηγόρων.
  • Σταθερή δουλειά- 5ήμερο και 7ωρο- αμοιβή έμμισθου συνεργάτη ανάλογη με την αμοιβή του έμμισθου δικηγόρου του δημοσίου.
  • Κατοχύρωση ανώτατου ημερήσιου ωραρίου και ελάχιστης υποχρεωτικής αμοιβής για τους ασκούμενους δικηγόρους.
  • Καταβολή από τους εργοδότες δικηγόρους όλων των ασφαλιστικών εισφορών  των ασκουμένων δικηγόρων (ύστερα από αντίστοιχη μείωσή τους από τους οικείους ασφαλιστικούς φορείς) και των έμμισθων συνεργατών κατά τα 2/3.
  •  Έκπτωση των ποσών που καταβάλλονται ως αμοιβές σε συνεργάτες και ασκουμένους από το φορολογητέο εισόδημα, ώστε το φορολογικό να λειτουργήσει ως μοχλός για την ανάδειξη των σχέσεων έμμισθης συνεργασίας.
  • Κατάθεση της μηνιαίας αμοιβής των δικηγόρων συνεργατών και ασκουμένων στο ταμείο του Δ.Σ.Θ., από όπου και θα εισπράττεται.
  • Το είδος των υπηρεσιών που υποχρεούνται να παρέχουν να υπακούει αποκλειστικά στους περιορισμούς των άρθρων 33 και 34 του Κώδικα Δεοντολογίας και να μην εκτείνεται σε καμία περίπτωση σε εξωδικηγορικά καθήκοντα.
  • Τη συμπλήρωση του άρθρου 34 παρ. γ’ του Κώδικα Δεοντολογίας, με τη συμπερίληψη στις υποχρεώσεις του δικηγόρου προς το συνεργάτη και αυτήν της καταβολής  όχι μόνο της συμφωνημένης αμοιβής (όπως αναγράφει σήμερα), αλλά: «της εκάστοτε καθοριζόμενης από το Δ.Σ. του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ή της συμφωνημένης στην περίπτωση που αυτή είναι μεγαλύτερη».
  • Ελεύθερη αποδεικτική δύναμη της σχέσης συνεργασίας, όπως στις εργατικές διαφορές, χωρίς συστατικό ή αποδεικτικό τύπο.
  • Δημιουργία γραφείου συνεργασιών στο Δ.Σ.Θ., όπου θα καταγράφονται οι σχέσεις έμμισθης συνεργασίας και πρακτικής άσκησης και το οποίο θα έχει την εποπτεία της τήρησης της δεοντολογίας και των υποχρεώσεων των μερών και τη διαιτησία σε περιπτώσεις διαφορών.
  • Δημοσιοποίηση των παραπάνω μέτρων, με υπόμνηση των πειθαρχικών συνεπειών για όσους δεν σέβονται την εργασία των έμμισθων και ασκουμένων συναδέλφων τους και λήψη κάθε άλλου μέτρου για την τήρηση των ρυθμίσεων αυτών.
  • Αποφασιστική μείωση του χρόνου της άσκησης- με προοπτική την κατάργησή της (αναζήτηση άλλων μορφών επαγγελματικής προσαρμογής στην κατεύθυνση της απεμπλοκής του ασκουμένου από την οικονομική και εργασιακή εξάρτησή του από τον ασκούντα δικηγόρο): μοναδική προϋπόθεση για εργασία να αποτελεί το πτυχίο. 

Η δικηγορική υπαλληλοποίηση δεν είναι στόχος μας. ΣΤΟΧΟΣ ΜΑΣ είναι η ισότιμη και συλλογική, συνεργατική δικηγορία, σε γραφεία με οριζόντιους και όχι κάθετους καταμερισμούς και με αλληλοεξυπηρέτηση, με τη δυνατότητα μείωσης του κόστους υποδομής και τη δυνατότητα μετακύλισης των βοηθητικών και διεκπεραιωτικών εσωτερικών και εξωτερικών εργασιών σε απλούς υπαλλήλους. Η διευκρίνιση γίνεται γιατί αποτελεί μόνιμο (μεταξύ των άλλων) αντεπιχείρημα ότι έχουμε δήθεν την πρόθεση της υπαλληλοποίησης ή ότι την υπηρετούμε κατ’ αποτέλεσμα. Η κριτική αυτή, που ασκείται από τις κυρίαρχες παρατάξεις και την πλειοψηφία του συνδικαλισμού της υποκρισίας του Δ.Σ. είναι όχι μόνο αβάσιμη αλλά και προφανώς ψευδής. Αποτελεί καθαρό άλλοθι όλων όσοι είναι αντίθετοι στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων του έμμισθου συνεργάτη, προκειμένου να συντηρούν και να διαιωνίζουν τις δικές τους πραγματικές προθέσεις υπαλληλοποίησης και μάλιστα άνευ όρων, αφήνοντας εκτεθειμένους και απολύτως ανυπεράσπιστους τους οικονομικά ασθενέστερους δικηγόρους.

Προβάλλουμε και αγωνιζόμαστε να αναδείξουμε το «κρυμμένο» πρόσωπο της δικηγορίας: όλων εκείνων που δεν είναι και δεν πρόκειται να γίνουν «μεγαλοδικηγόροι». Τη δικηγορία των δικαιωμάτων, της κοινωνικής αλληλεγγύης, της συλλογικής αντιμετώπισης, της αντίστασης και της ριζοσπαστικής συνδικαλιστικής αντίληψης και πρακτικής, της συνεργατικής προοπτικής.

 

               ΓΙΑ  ΜΙΑ  ΑΞΙΟΠΡΕΠΗ  ΔΙΚΗΓΟΡΙΑ  ΓΙΑ  ΟΛΟΥΣ!

           

 

                ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ    ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ    ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ