Ανακοινώσεις – Δελτία Τύπου

  • ΛΙΓΑ  ΛΟΓΙΑ  ΓΙΑ  ΤΗΝ  <<ΚΑΘΑΡΣΗ>>  …                      

 

      Ποιο είναι τελικά το πρόβλημα της δικαιοσύνης; Μόνο οι χρηματιζόμενοι και οι επίορκοι; Μόνο οι αθωωτικές δικαστικές αποφάσεις και οι ανακριτικές διατάξεις που δεν επιβάλλουν προσωρινή κράτηση ή εκείνες που την αντικαθιστούν και ποτέ οι καταδικαστικές, οι οποίες επιβάλλουν δυσανάλογες και βαρύτατες ποινές, αυθαιρετούν ή παραβιάζουν υπερασπιστικά δικαιώματα;   

      Με δεδομένο, ωστόσο, ως θεμέλιο του νομικού μας πολιτισμού, το τεκμήριο της αθωότητας, η αναζήτηση της ορθότητας του τρόπου απονομής της δικαιοσύνης ασφαλώς θα έπρεπε να εκταθεί και στις καταδικαστικές, αυστηρές και άδικες αποφάσεις και όχι μόνο στις αθωωτικές ή επιεικείς.

      Η σχετική συζήτηση περί <<κάθαρσης>> στο χώρο της Δικαιοσύνης κινείται σε εσφαλμένη κατεύθυνση. Το πρόβλημα εντοπίζεται με όρους σκανδαλοθηρίας στους επίορκους και χρηματιζόμενους δικαστές, δηλαδή στις εξαιρέσεις, ενώ αντίθετα οι έντιμοι και μη χρηματιζόμενοι μένουν στο απυρόβλητο της κριτικής.

      Το αγκάθι στη λειτουργία της δικαιοσύνης δεν είναι ούτε μόνο ούτε κυρίως αυτοί που χρηματίζονται, δηλαδή η εξαίρεση, αλλά και η άλλη όψη του καθρέφτη: οι καταδικαστικές και αυστηρές αποφάσεις, που επιβάλλουν δυσανάλογες  ποινές   και   συχνά  αυθαιρετούν, δηλαδή  ο κανόνας.

      Άλλωστε, πριν απ’ όλα, θα πρέπει να αναζητήσουμε ποιο είναι το αντικειμενικό πεδίο χρηματισμού αλλά και δικαστικής αυθαιρεσίας: κι αυτό δεν είναι άλλο από τις υπερεξουσίες των δικαστών, που είναι διάσπαρτες σε όλο το χώρο του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, ιδιαίτερα του ποινικού.

       Σπάνια θα συναντήσουμε διατάξεις, οι οποίες υποχρεώνουν τους δικαστές τι ν’ αποφασίσουν. Το δικαστήριο, ο εισαγγελέας, ο ανακριτής, το συμβούλιο και κάθε δικαστικό όργανο πάντοτε <<δύναται>> και σχεδόν ουδέποτε <<υποχρεούται>>. Είναι γνωστό ότι ο ποινικός δικαστής κινείται καθημερινά σε ένα ενδεικτικό εύρος ποινής από 3 μήνες έως 5 χρόνια στα πλημμελήματα και από 5 έως 20 χρόνια στα κακουργήματα. Είναι ελεύθερος να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία κατά την υποκειμενική του κρίση, χωρίς να υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, παρά μόνο για την αιτιολόγησή τους, είναι ελεύθερος για να καταγνώσει ή να μην καταγνώσει ελαφρυντικό στον κατηγορούμενο που καταδίκασε, ενώ στην ελεύθερη κρίση του ανακριτή υπόκειται η απόφανση για την προσωρινή κράτηση ή μη του κατηγορουμένου και αργότερα η απόφαση για την αίτηση αντικατάστασης της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους κ.ο.κ.

      Και όλα αυτά μέσα σε ένα οργανωτικό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της δικαιοσύνης, η οποία αποτελείται από δικαστές εξοπλισμένους με το προνόμιο της μονιμότητας, κανείς από αυτούς δεν εκλέγεται, ούτε ανακαλείται, ούτε λογοδοτεί, ούτε ελέγχεται. Η ελληνική δικαιοσύνη δεν υπόκειται σε καμία άλλη διαδικασία εξωτερικού κοινωνικού ελέγχου πλην όσων προβλέπουν οι εσωτερικές διαδικασίες διάρθρωσης, συγκρότησης και λειτουργίας της, όταν μάλιστα ενισχύεται ακόμα περισσότερο η αποστείρωση των δικαστών από την κοινωνία (για παράδειγμα με τη σταδιακή κατάργηση των ενόρκων). Μια δικαιοσύνη που ακριβώς για τους λόγους αυτούς είναι εγγενώς αυταρχική και ο αυταρχισμός της μεγαλώνει όσο αποδεσμεύεται από τον κοινωνικό έλεγχο και αυτονομείται.

      Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η ακόμη μεγαλύτερη <<στεγανοποίηση>> των δικαστών, περισσότερες προφυλακίσεις, ακόμη πιο υπερβολικές ποινές και όλα αυτά σε μια συγκυρία που η ελληνική δικαιοσύνη καλείται να νομιμοποιήσει ένα δεύτερο παράλληλο καθεστώς ποινικής νομοθεσίας (τρομονόμοι, απαγορευτικές διατάξεις για τη δημοσιότητα της δίκης κ.ά.) να μην έχει αφήσει απεργία χωρίς να την έχει κηρύξει παράνομη και καταχρηστική με συνοπτικές διαδικασίες, να νομιμοποιεί αυθαιρεσίες της προδικασίας και παραβιάσεις υπερασπιστικών δικαιωμάτων.

      Ωστόσο, τη δικαιοσύνη αυτού του επιπέδου απονέμουν καθ’ όλα έντιμοι και μηδόλως χρηματιζόμενοι δικαστές. Το πρόβλημα της απονομής της δικαιοσύνης δεν είναι λοιπόν πρόβλημα εντιμότητας. Είναι πρωτίστως πρόβλημα κατεύθυνσης και περιεχομένου, γιατί η σημερινή δικαιοσύνη, ανεξάρτητη ή εξαρτημένη, έντιμη ή μη, δεν παύει να είναι δικαιοσύνη από λίγους για λίγους.

      Και τελικά αυτό που χαρακτηρίσθηκε ως <<επιχείρηση κάθαρσης>> στο χώρο της δικαιοσύνης έχει πλέον εξελιχθεί σε ένα κυνήγι μαγισσών, που το μόνο που έχει έως τώρα επιτύχει είναι να τρομοκρατήσει τη συντριπτική πλειοψηφία των έντιμων δικαστών, οι οποίοι σε καθεστώς ομηρίας, δειλίας και φόβου απομακρύνουν καθημερινά τη δικαιοσύνη (στο όνομα της αυστηρότητας και της αποφυγής ελέγχου τους)  από την ουσιαστική απονομή του δικαίου. Ως τραγική συνέπεια όλων των παραπάνω παρατηρείται μια πραγματική υπαναχώρηση ολόκληρου του νομικού πολιτισμού μας, ο οποίος φαίνεται να «ανακαλύπτει» και πάλι τη «φρεσκάδα»  του  Τσεζάρε  Λομπρόζο,  που  στα 1897   αναφωνούσε : <<η επιείκεια στην καταστολή του εγκλήματος έχει ως αποτέλεσμα την αποχαλίνωσή του>> !

 

 ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ   ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ    ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

  

————————————————————————– 

—————————————————————————————————————- 

 

  

  

Με αγώνες – συντονισμό κι αλληλεγγύη απαντάμε στην εργοδοτική τρομοκρατία !

Να κλείσουν οι δουλεμπορικές εταιρείες.

Να απαγορευτούν οι εργολαβίες και η ενοικίαση εργαζομένων

Κανείς στην επισφάλεια ! 

Τη Δευτέρα στις 22 Δεκέμβρη 2008 η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΟΥΝΕΒΑ, γραμματέας της Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού, επιστρέφοντας από τη δουλειά της δέχεται δολοφονική επίθεση. Τραμπούκοι της ρίχνουν βιτριόλι στο πρόσωπο, της ανοίγουν το στόμα και την αναγκάζουν να το πιει. Σήμερα, νοσηλεύεται ακόμα σε κρίσιμη κατάσταση, έχοντας υποστεί σοβαρές βλάβες στο πρόσωπο και σε ζωτικά όργανα.

Αυτή η μαφιόζικη, δολοφονική επίθεση ήταν το αποτέλεσμα της συνδικαλιστικής της δράσης:  ήδη δεχόταν απειλές από τις κύκλους της εργοδοσίας και του ψεύτικου, εργοδοτικού σωματείου. Η Κούνεβα, ιστορικός από τη Βουλγαρία, εργαζόταν ως καθαρίστρια στον ΗΣΑΠ, μέσω όμως της εταιρίας «ΟΙΚΟΜΕΤ» του Οικονομάκη. Η εταιρεία αυτή είχε αναλάβει την εργολαβία εκεί, όπως και σε πολλούς άλλους δημόσιους οργανισμούς (ΟΣΕ, Νοσοκομεία κα). Το «έγκλημα» για το οποίο τιμωρήθηκαν η Κούνεβα και οι συναδέλφισσές της είναι ότι αντιστάθηκαν στην απάτη της ΟΙΚΟΜΕΤ να τους κλέψει στα ένσημα και στο δώρο των Χριστουγέννων. 

Η δράση της Κωνσταντίνας Κούνεβα και του σωματείου της αποκαλύπτει ότι οι «εργολαβίες» και η «ενοικίαση εργαζομένων» αποτελούν σύγχρονες μορφές δουλεμπορίου. Με τη συνεργασία των διοικήσεων των δημόσιων οργανισμών, με την κάλυψη του νομοθετικού πλαισίου που όλες οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ έχουν υιοθετήσει και οι συνδικαλιστικές τους παρατάξεις ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ έχουν στηρίξει, οι εργολάβοι καταπατούν κάθε εργασιακό δικαίωμα, βάζουν τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους να υπογράφουν λευκά χαρτιά με πλασματικές αποδοχές, κλέβουν ένσημα και ώρες, απολύουν, εκβιάζουν, τρομοκρατούν. Τώρα, ρίχνουν και βιτριόλι. Μια επίθεση που φοβόμαστε ότι θα επιδεινώνεται όσο βαθαίνει η οικονομική κρίση και η φτώχεια μας, γυρίζοντας μας στο Μεσαίωνα.  

Όμως, η συνδικαλίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα χτυπήθηκε επίσης γιατί ήταν γυναίκα και έχει εξαρχής λιγότερα δικαιώματα. Για τις γυναίκες «απαγορεύεται» ακόμα περισσότερο να αγωνίζονται και να οργανώνονται, ακόμα και αν αποτελούν τα κατ’ εξοχήν θύματα της εργασιακής επισφάλειας. Χτυπήθηκε γιατί ήταν μετανάστρια, και οι μετανάστριες θα πρέπει να μένουν κρυμμένες, αποκλεισμένες από το συνδικαλισμό, χωρίς δικαιώματα και φωνή.

Η Κωνσταντίνα χτυπήθηκε επίσης γιατί οι σημερινές ηγεσίες των μεγάλων συνδικάτων, της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ, των Εργατικών Κέντρων, αρνούνται τη στήριξη και την οργάνωση του κόσμου της επισφαλούς εργασίας. Ακόμα και μετά τη δολοφονική επίθεση, μας σοκάρει η εγκληματική αδράνειά τους να υπερασπιστούν στοιχειωδώς, όχι μόνο με ανθρωπιστικές ανακοινώσεις, αλλά με απεργίες και δράση, ένα μέλος του συνδικαλιστικού κινήματος. Όπως μας εξοργίζει και η εκκωφαντική σιωπή των ΜΜΕ και των (εργολάβων) ιδιοκτητών τους.

Η περίπτωση της Κούνεβα συμβολίζει και συνάμα συμπυκνώνει την πραγματικότητα του σύγχρονου εργασιακού μεσαίωνα. Αποδεικνύει με ποια μέσα εξασφαλίζονται στην πράξη οι Μεγάλες Ιδέες της ανταγωνιστικότητας, της κερδοφορίας του κεφαλαίου και της ανάπτυξης. Αποδεικνύει ποιες εργασιακές σχέσεις γεννούν οι καινοτόμες έννοιες του εργατικού δικαίου ευελιξία, ελαστασφάλεια, περιπλάνηση κ.α. Ποια κατάσταση επιδιώκει να μετατρέψει σε καθολική κι εύκολη εναλλακτική για την εργοδοσία η Οδηγία Μπολκενστάιν της ΕΕ, η Πράσινη Βίβλος για την εργασία και η διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού Χώρου Εργασίας. Στο πρόσωπο της Κούνεβα συγκεντρώθηκαν όλα τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν ό,τι η εργοδοσία – με την υπόδειξη του εργατικού δικαίου – έχει κατηγοριοποιήσει ως φθηνό, ευέλικτο κι αναλώσιμο εργατικό δυναμικό. Το εμπόρευμα εργατική δύναμη πωλείται κι αγοράζεται στα σκλαβοπάζαρα της επισφάλειας με όρους που διαρκώς συμπιέζονται προς τα κάτω μέχρι τ΄ απώτατα όρια αυτής της συμπίεσης, που δεν είναι άλλα από τα όρια της επιβίωσης. Κι όταν χρειαστεί ξεπερνιούνται μάλιστα αυτά τα όρια. Η Κούνεβα δεν είναι μια εξαίρεση στον κανόνα. Είναι μια εκτροπή, σάρκα από τη σάρκα του καθημερινού κανόνα της επισφάλειας και της εργοδοτικής τρομοκρατίας. Η επισφάλεια αγγίζει πλέον την πλειοψηφία των κλάδων εργασίας και παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις στους νέους εργαζόμενους και τους μετανάστες.

Ως δικηγόροι οφείλουμε να είμαστε πρωτοπόροι στην ανάδειξη αυτών των ζητημάτων και της σύνδεσης τους με τις πολιτικές ευθύνες της μετατροπής του εργατικού δικαίου σε δούρειο ίππο του εργασιακού μεσαίωνα, αλλά και τις νομικές ευθύνες της παραβίασης όσων κεκτημένων παραμένουν κατοχυρωμένα στην εργατική νομοθεσία. Μάλιστα στην περίπτωση της Κούνεβα, ο νομικός κόσμος πρέπει να απαιτήσει να αποκαλυφθούν και να τιμωρηθούν οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί της δολοφονικής επίθεσης. Η δικαστική εξουσία δε μπορεί για άλλη μια φορά να καλλιεργήσει καθεστώς ατιμωρησίας, το οποίο οπλίζει το χέρι των επόμενων δολοφόνων και των εντολέων τους. Ταυτόχρονα, μια άλλη πλευρά που συνδέεται με την επισφάλεια είναι η ανάπτυξη ελαστικών σχέσεων εργασίας στο χώρο της δικηγορίας. Οι σχέσεις αυτές καλύπτονται πίσω από τους τίτλους της συνεργασίας και υποκρύπτουν καθεστώς εξαρτημένης εργασίας χωρίς καμία κατοχύρωση δικαιωμάτων. Οφείλουμε λοιπόν να φέρουμε στο προσκήνιο αυτή τη συζήτηση και να δούμε τον αγωνιστικό βηματισμό για την κατάργηση της επισφάλειας στον κλάδο μας.   

Απαιτούμε το αυτονόητο: να καταργηθεί  τώρα το θεσμικό πλαίσιο των εργολαβιών, της ενοικίασης εργαζομένων, της ελαστικής εργασίας και να τελειώσουμε μια για πάντα με τον νόμο του Ρέππα του 2001. Ζητάμε από όλα τα συνδικάτα και τις ομοσπονδίες να σταματήσουν να ανέχονται τις δουλεμπορικές εταιρείες, να απαιτήσουν να προσληφθούν τώρα όλοι οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι και οι συμβασιούχοι, να εντάξουν τους επισφαλείς εργαζόμενους ανεξάρτητα των εργασιακών σχέσεων (εργολαβία, ενοικίαση, σύμβαση χρόνου ή έργου). Παλεύουμε για να εργαζόμαστε και να αμειβόμαστε όλοι και όλες αξιοπρεπώς, με πλήρη ασφάλιση, για να γίνεται σεβαστό το ωχτάωρο, για να προστατευτούν εργαζόμενοι και άνεργοι με ουσιαστικά επιδόματα ασθενείας και ανεργίας για όλο το χρονικό διάστημα.

Κι ακόμα θεωρούμε απόλυτη υποχρέωση του κράτους να χορηγηθεί τώρα πλήρης σύνταξη και δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στην Κωνσταντίνα και στην οικογένειά της. 

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

  

———————————————————————————————–

 ——————————————————————-

 

 

  • ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 16:

ΕΝΑ ΚΑΘΑΡΑ ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ

 

      Η επιχειρούμενη συνταγματική αναθεώρηση (όχι μόνο της διάταξης του άρθρου 16, αλλά και των λοιπών άρθρων) αποτελεί μια στρατηγικής σημασίας επιλογή, που κινείται σε πολλά επίπεδα, προκειμένου να επαναχαραχθούν τα κοινωνικά σύνορα και να οριοθετηθεί το πολιτικό πλαίσιο με αδρές γραμμές την απόλυτη κυριαρχία της αγοράς, τη θωράκιση απέναντι στον <<εσωτερικό εχθρό>>, την κατά το δυνατό μεγαλύτερη κερδοφορία του κεφαλαίου και την εξαγωγή της στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Αυτή ακριβώς η κατοχύρωση της ακραίας ανταγωνιστικής οικονομίας της αγοράς διατρέχει αιχμηρά ολόκληρη τη σπονδυλική στήλη της συνταγματικής αναθεώρησης υποτάσσοντας όλες τις επιμέρους πολιτικές και κοινωνικές ρυθμίσεις στην ασυδοσία της ελεύθερης αγοράς.

      Όλες οι υπό αναθεώρηση διατάξεις (άρθρο 103 περί κατάργησης μονιμότητας των μελλοντικών δημοσίων υπαλλήλων, 22,  24 και 100 περί συνταγματικού Δικαστηρίου) συγκλίνουν και ενοποιούνται σε μία και μόνη κατεύθυνση, αποκαλύπτοντας το σκληρό πυρήνα της όλης επιχείρησης: Την αντιδραστική μετάλλαξη του κράτους με επιθετική εφαρμογή ακραίων και αυταρχικών μέτρων και  άγρια σφυρηλάτηση παραδοσιακών ελευθεριών, σε συνδυασμό με  ανατροπή λαϊκών κατακτήσεων και εργασιακών δικαιωμάτων, αναχρονιστική αναμόρφωση του συστήματος εκπαίδευσης, ασφάλειας και υγείας, μόνιμη εργοδοτική αυθαιρεσία και τρομοκρατία στους χώρους εργασίας, σταθερή δικαστική εξάρθρωση του απεργιακού δικαιώματος, δίωξη και καταδίκη όσων αγωνίζονται, αντιστέκονται και αμφισβητούν, η οποία συνθέτει και ολοκληρώνει την εικόνα μιας επιθετικά αντικοινωνικής πολιτικής που αντιμετωπίζει εχθρικά το σύνολο της κοινωνίας, θέτοντάς την σε κατάσταση ομηρίας.

      Η επιχείρηση ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος με αυτή στους τομείς της υγείας, εργασίας, ασφάλειας και οικονομίας, αποτυπώνοντας στο ανώτερο θεσμικό επίπεδο το σχεδιασμό μιας μόνιμης αυταρχικής θωράκισης του πολιτικού συστήματος και τη διαμόρφωση ενός νέου τύπου εργαζομένου, με ακόμη πιο ελαστικές σχέσεις εργασίας και γενίκευση της μερικής απασχόλησης, καταστρατήγηση ωραρίων, διαρκή συμπίεση της ελευθερίας στο όνομα της τάξης-ασφάλειας και ανάπτυξης, ανατροπή ασφαλιστικών δικαιωμάτων και δουλειά ως τα βαθιά γεράματα, καθώς η δια βίου λιτότητα αποτελεί το οικονομικό Σύνταγμα της εκσυγχρονιστικής Ελλάδας, που τεμαχίζει διαρκώς το κράτος κοινωνικής πρόνοιας. Η ακόμα πιο πειρατική εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας επιβάλλει αφενός μεν την επίταση της ιδιωτικο-οικονομικής λειτουργίας του δημόσιου τομέα, παραδίδοντας στην ιδιωτική κερδοσκοπία κάθε κοινωνική υποδομή (με τη σταδιακή αιχμαλωσία όλων των Οργανισμών κοινής ωφέλειας, αλλά και τα λιμάνια, αεροδρόμια, σχολεία, νοσοκομεία ακόμα και φυλακές), ενώ συμβαδίζει αναγκαστικά με την οικοδόμηση ενός αστυνομικού κράτους. Για το λόγο αυτό και το νέο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο χρειάζεται τις δυνάμεις καταστολής, ώστε αφενός μεν να μη μπαίνουν φραγμοί στη λειτουργία και σύνδεσή του με την αγορά (γενικές συνελεύσεις, καταλήψεις, καθυστερήσεις προγραμμάτων) και αφετέρου να επιβάλλεται και διαμορφώνεται ένα νέο μοντέλο κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς.

      Οφείλουμε να μιλήσουμε με επιθετική ειλικρίνεια: τα  σχετικά πρόσφατα αντικοινωνικά μέτρα ποινικής καταστολής για την πλήρη κατάργηση του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου και τη νέα γενιά συστημάτων παρακολούθησης, οι περιορισμοί του δικαιώματος της απεργίας και των διαδηλώσεων, η ρίψη χημικών ακόμη και μέσα στην Ευελπίδων, οι μαζικές και τυχαίες συλλήψεις,  η σύνταξη ομαδικών κατηγορητηρίων (!!!)  στοχεύουν επιθετικά στον πυρήνα των θεμελιωδών ατομικών, πολιτικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, επιδιώκοντας να τιθασεύσουν την κοινωνική αγανάκτηση και να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές εκρήξεις, θέτοντας μια ολόκληρη κοινωνία υπό παρακολούθηση.

 

ΑΡΘΡΟ 16

       Η επιχειρούμενη κατάργηση του άρθρου 16 φέρει τον αρχικά εύηχο αλλά ψευδεπίγραφο τίτλο <<ίδρυση μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων>>. Ο ορθός και ακριβής, ωστόσο, χαρακτηρισμός είναι αυτός που διατύπωσε η ΟΛΜΕ: <<ίδρυση κερδοσκοπικών μη πανεπιστημιακών ιδρυμάτων>>.

      Στην πραγματικότητα πρόκειται για αναθεώρηση όχι του άρθρου 16 αλλά ολόκληρης της ανώτατης εκπαίδευσης, η οποία κινείται σε δύο κατευθύνσεις: από τη μια με τη συνταγματική κατοχύρωση της επιχειρηματικοποίησης της παιδείας  (παραχωρώντας το δικαίωμα σε ιδιώτες να ιδρύσουν τα δικά τους πανεπιστήμια) και από την άλλη πιέζοντας τα δημόσια πανεπιστήμια να υπαχθούν πλήρως στις επιταγές της αγοράς.   

      Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη αρκετοί έσπευσαν να δηλώσουν την πρόθεσή τους να αναγνωριστούν ως πανεπιστήμια : Το κολέγιο ALBA (που λειτουργεί με τη μορφή σωματείου, με μέλη 51 επιχειρήσεις υπό την αιγίδα του ΣΕΒ και της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων, και το οποίο παρέχει σπουδές μεταπτυχιακού τύπου με δίδακτρα ύψους 17.500 ευρώ), το Ελληνοαμερικανικό κολέγιο Ντιρί, το Hellenic American Univercity της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, το Anatolia College, το City, το ICBS, το Mediterranean, το BCA, το IST STUDIES κ.ά. Και είναι επίσης πολλοί εκείνοι που εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους να ιδρύσουν ιδιωτικά πανεπιστήμια: το ίδρυμα Ωνάση, το Ευγενίδειο, ο Λάτσης, ο ΔΟΛ (Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη), ακόμη και η Εκκλησία δια της <<ανωτατοποίησης>> των Εκκλησιαστικών σχολών.

      Ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας αυτών  των  δήθεν <<μη κερδοσκοπικών>> ιδρυμάτων είναι προφανής και δεδομένος: τα έσοδά τους  θα προέρχονται από τα υψηλά δίδακτρα, την πώληση υπηρεσιών σε ιδιωτικά επιχειρηματικά κέντρα (άλλωστε  η ερευνητική δραστηριότητα θα είναι αποδεσμευμένη από το μη κερδοσκοπικό τους χαρακτήρα, σύμφωνα με τον ίδιο τον ειδικό εισηγητή της κυβέρνησης στην αρμόδια Επιτροπή) και την κρατική χρηματοδότηση (στο πλαίσιο της ισονομίας των κανόνων του ανταγωνισμού).

      Σε κάθε περίπτωση τα ιδιωτικά  πανεπιστήμια θα αποτελέσουν ισχυρό μοχλό πίεσης για τις αναδιαρθρώσεις στα δημόσια. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός με τα ιδιωτικά θα τα καταδικάσει σε ακόμη μεγαλύτερη υποχρηματοδότηση, υποχρεώνοντάς τα εκ των πραγμάτων να αναζητήσουν πόρους με την επιβολή διδάκτρων και έρευνας κατά παραγγελία.

      Επιπλέον, όμως, το διαρκώς διαφημιζόμενο μοντέλο ανταγωνιζόμενων δημόσιων και ιδιωτικών Πανεπιστημίων θα είναι διπλά παραγωγικό για το κεφάλαιο, το οποίο θα κερδίζει τόσο μέσω της ίδρυσης και εκμετάλλευσης ιδιωτικών Πανεπιστημίων, όσο και από την υποταγή του συνόλου της εκπαιδευτικής διαδικασίας (δημόσιας και ιδιωτικής) στην ιδιωτική κερδοφορία.

      Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αιτιολογική έκθεση της κυβερνητικής πρότασης οριοθετείται  η έννοια της ανώτατης εκπαίδευσης  <<κατά τρόπο που να παρέχει βάση για την ορθολογική ανάπτυξή της, ώστε να αντανακλά τις νέες εξελίξεις, που έχουν έως σήμερα συντελεστεί, όσον αφορά την καθιέρωση του πανεπιστημιακού και του τεχνολογικού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης>>,  ενώ εισάγεται παράγραφος δια της οποίας θα κατοχυρώνεται συνταγματικά <<το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση, δημόσια ή μη>>.  

      Με τις εξαιρετικά επικίνδυνες αυτές διατάξεις είναι προφανές ότι δεν δηλώνεται τίποτε άλλο από την πλήρη υποταγή του συνόλου της εκπαίδευσης, δημόσιας και ιδιωτικής, στο άρμα της επιχειρηματικής έρευνας και αποτελεσματικότητας και η ευθεία λειτουργική προσαρμογή της εκπαιδευτικής διαδικασίας στην απόδοση κερδών για το κεφάλαιο. Η έλλειψη χρηματοδότησης (δια της αξιολόγησης ως μη ανταγωνιστικού) ή ακόμη και η απώλεια της ιδιότητάς του ως ΑΕΙ θα είναι το υποχρεωτικό και πανάκριβο τίμημα που θα καταβάλλει όποιο δημόσιο πανεπιστήμιο  τολμήσει να αποφύγει να τεθεί στην ομηρία των επιχειρηματιών.

      Επιπλέον, σχετικά με τον δήθεν μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα των νέων πανεπιστημίων, πρέπει να τονισθεί ότι σκόπιμα και συστηματικά αποκρύπτουν το γεγονός πως σε ό,τι αφορά τις ανώτερες επαγγελματικές σχολές (όπως η ΣΕΛΕΤΕ) η πρόταση περί αναθεώρησης δεν απαιτεί –μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα-  αλλά αντίθετα προβλέπει παροχή επαγγελματικής εκπαίδευσης και από άλλους φορείς (π.χ. κοινωνικούς εταίρους).

      Και  έχει επίσης εξαιρετική σημασία το γεγονός, πάντα σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, της καθιέρωσης <<υποχρέωσης του κράτους για θεσμική κατοχύρωση και ενίσχυση του εθελοντισμού, στο πλαίσιο της ανάγκης τόνωσης της ατομικής πρωτοβουλίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της κοινωνικής συνοχής>>. Η επιχειρούμενη εισαγωγή της διάταξης αυτής στο άρθρο 16 δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αφέλειες αφού αποκαλύπτει την πρόθεση, πέρα από την επιβράβευση της εκούσιας δουλείας του εθελοντισμού και της μαύρης εργασίας, να συνδεθεί η όποια τυχόν –θητεία εθελοντή- με την εκπαιδευτική διαδικασία και την ακόλουθη επαγγελματική αποκατάσταση.

      Σε κάθε περίπτωση η κατάργηση του άρθρου 16 θα οδηγήσει μοιραία σε πλήρη παράδοση του ελέγχου της διδασκαλίας και έρευνας στους εργοδότες και σε βαρύτατο ακρωτηριασμό των ακαδημαϊκών ελευθεριών και του πανεπιστημιακού ασύλου, της ελεύθερης διακίνησης  ιδεών, της συμμετοχής  εργαζομένων και φοιτητών στα όργανα συνδιοίκησης, δικαιώματα που ασφαλώς δεν ευνοούν την προσέλκυση επιχειρηματιών.

      Ολόκληρη η επιχειρηματολογία των υποστηρικτών της αναθεώρησης υποκρύπτει την αντικοινωνική αντίληψη ότι η παιδεία είναι εμπόρευμα και όχι δημόσιο και κοινωνικό αγαθό κι ως εκ τούτου είναι αναγκαίο να υποταχθεί στη λογική του κέρδους, του ανταγωνισμού και των αναγκών της αγοράς. Οι θέσεις αυτές, ωστόσο, ούτε σύγχρονες είναι ούτε καινούργιες: φέρουν για την ακρίβεια τη σφραγίδα της κοινωνικής οπισθοδρόμησης και του εργασιακού μεσαίωνα!

      Κινούνται αναγκαία ανάμεσα στις συμπληγάδες από τη μια των τεράστιων επιστημονικών γνώσεων και τεχνολογικών καινοτομιών της εποχής μας, που δίνουν τη δυνατότητα να γίνουν ακόμα και οι πιο σύνθετες γνώσεις κοινό κτήμα όλων των πολιτών με το ελάχιστο κόστος και να αντιμετωπισθούν αρρώστιες και κοινωνικές μάστιγες που μέχρι χθες φάνταζαν ανίκητες κι από την άλλη των εξειδικεύσεων βίδας, της ανεπανόρθωτης οικολογικής καταστροφής, που θα μπορούσε να γυρίσει αιώνες πίσω τον ιστορικό χρόνο και της όσο ποτέ άλλοτε κραυγαλέας και βάρβαρης ανισότητας στη ζωή, την αξιοπρέπεια και το θάνατο.

      Δεν υπερασπιζόμαστε το σημερινό υποβαθμισμένο πανεπιστήμιο, αλλά όλες τις δημοκρατικές κατακτήσεις και ελευθερίες είτε αυτές καταγράφονται είτε όχι στο σημερινό Σύνταγμα. Άλλωστε η συστηματική και χρόνια περιθωριοποίηση, υποβάθμιση και δυσφήμιση των δημόσιων πανεπιστημίων είχε ως στόχο ακριβώς να νομιμοποιήσει στη συνείδηση της κοινωνίας τις αντιδραστικές αλλαγές σαν δήθεν αντικειμενική ανάγκη. Η απαίτηση, ωστόσο, της εποχής μας είναι μια ποιοτικότερη, απελευθερωτική παιδεία, δημόσια και δωρεάν για όλους, με δυνατότητα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης χωρίς όρια και κοινωνικούς διαχωρισμούς, έρευνα και διαρκή παρακολούθηση των κατακτήσεων της επιστήμης, κοινωνική γνώση, μόνιμη, δημιουργική και αξιοπρεπή εργασία και ολοκληρωμένη αξιοποίηση του νέου μορφωτικού επιπέδου, που θα απελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε αποξένωση, καταπίεση και εξουσία και θα τον χειραφετεί από τις συνθήκες εκμετάλλευσής του.

Μάρτιος 2007

 ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ

  

  

——————————————————————————————————-

                 ——————————————–

 

  • ΔΕΛΤΙΟ     ΤΥΠΟΥ

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ   ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ   ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ  

         Με μεγάλη κατάπληξη και εντονότατη δυσαρέσκεια πληροφορηθήκαμε από τον ημερήσιο Τύπο το χθεσινό έγγραφο του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, κ. Βασίλη Φλωρίδη, προς το Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή Θεσσαλονίκης, ενόψει του εορτασμού του Πολυτεχνείου, το οποίο «παρέλειψε» ακριβώς όπως και πέρυσι, να κοινοποιήσει στο Δικηγορικό Σύλλογο  και τις Πρυτανικές Αρχές. Η τελευταία εισαγγελική παραγγελία δεν αποτελεί απλή αντιγραφή του περιεχομένου του περσινού εγγράφου, αλλά πρόσθετα και ένα καθαρά «προληπτικό» σχέδιο εισβολής της αστυνομίας στο ΑΠΘ και μάλιστα κατά τρόπο κατασταλτικά επώδυνο έως και επικίνδυνο (με πρόσχημα τη δημόσια τάξη και ασφάλεια), ενώ η μη συμμόρφωση των αστυνομικών στις εντολές του εγγράφου θα συνεπάγεται άμεσες ποινικές κυρώσεις σε βάρος τους.

         Θεωρούμε απολύτως επιβεβλημένο να υπενθυμίσουμε το από 16/11/2006 ψήφισμα του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσ/νίκης, το οποίο αποκτά πλέον διαχρονική ισχύ και το οποίο έχει ως εξής:

(ψήφισμα)

Το πνεύμα της νέας εισαγγελικής παραγγελίας στηρίζεται στην εξαιρετική διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 2 ν. 1268/1982 (περί αυτόφωρων κακουργημάτων ή πλημμελημάτων), την οποία το ίδιο το φοιτητικό και λαϊκό κίνημα κατέστησε ανενεργή, με δύο μόνο εξαιρέσεις στα 25 χρόνια ζωής της, η μία εκ των οποίων, το 1985, σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του μαθητή Μιχάλη Καλτέζα από αστυνομικό στα γεγονότα που ακολούθησαν.

         Η Εναλλακτική Πρωτοβουλία Δικηγόρων θεωρεί ότι ο αληθινός στόχος κατάλυσης του Πανεπιστημιακού ασύλου είναι η πειθάρχηση και χειραγώγηση του πανεπιστημιακού κινήματος μπροστά στην καταιγίδα που είναι βέβαιο ότι θα ξεσπάσει και πάλι για την κατάργηση του άρθρου 16 και την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, η προώθηση ενός κλίματος ευρύτερων κοινωνικών συναινέσεων ή έστω αποχής και συμβιβασμού στις κρίσιμες επιλογές αντιδραστικής αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης και η επιβολή ενός νέου μοντέλου κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς.

         Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσουμε το θέμα του παν/κού ασύλου, καθώς είναι άρρηκτα και άμεσα συνδεδεμένο με τη διασφάλιση των λαϊκών ελευθεριών, αναγκών και δικαιωμάτων. Ενδεχόμενη κατάργησή του, σε συνδυασμό με τους τρομονόμους και τις συστηματικές παραβιάσεις κάθε έννοιας ιδιωτικής ζωής θα οδηγήσει μοιραία στην ολοκληρωτική έλλειψη από την κοινωνία κάθε χώρου ελεύθερης δράσης και διακίνησης ιδεών.

         Το πανεπιστημιακό άσυλο προέκυψε ως ιστορική, κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα, που σήμερα αποκτά ποιοτικότερα χαρακτηριστικά, τα οποία επιβάλλουν όχι μόνο την προάσπιση αλλά και τη διεύρυνσή του. Σε περίπτωση που η συστηματικά επιχειρούμενη αμφισβήτηση του ασύλου οδηγήσει, κατά το επιδιωκόμενο στην κατάργησή του, αυτό θα επιβεβαιώσει οριστικά το τέλος της ποινικής ασυλίας των κοινωνικών αγώνων και την επιστροφή στο αστυνομικό κράτος άλλων εποχών.

 

                                                                                                    Θεσσαλονίκη 16.11.2007

————————————————————————————————-

—————————————————-

 

 

       ΓΑΛΛΙΚΟΣ ΟΚΤΩΒΡΗΣ-ΝΟΕΜΒΡΗΣ:  Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΥ

       Οι φλόγες που άναψαν πρόσφατα στα εξαθλιωμένα γαλλικά προάστια φώτισαν την άλλη όψη, αυτή του σκοτεινού Παρισιού, την κοινωνία της απόλυτης φτώχειας, της ανεργίας, του κοινωνικού αποκλεισμού, της άγριας εκμετάλλευσης, της έλλειψης ευκαιριών στο παρόν και κάθε προοπτικής για το μέλλον.

       Αυτή η αόρατη μέχρι χθες κοινωνία των εργατικών γκέτο και της άμετρης αθλιότητας βγήκε στο προσκήνιο και έδειξε ανυπακοή κόντρα σε όλους και σε όλα: στα οργιώδη και ασύδοτα κατασταλτικά μέτρα, την επιβολή στρατιωτικού νόμου, την απαγόρευση συγκεντρώσεων, τις πάνω από 5.000 συλλήψεις και τις βαρύτατες καταδίκες, τον σχεδόν υστερικό λόγο των ΜΜΕ, τη δημαγωγική εκμετάλλευση του φόβου του «μέσου πολίτη», το φοβισμένο παραλήρημα της δεξιάς και την αμηχανία της «νομοταγούς» αριστεράς. Και έδωσε φωνή στη βουβή μέχρι σήμερα δυσαρέσκειά της, αποδεικνύοντας την τεράστια δύναμη που κρύβει.

       Αυτή η κραυγή δεν ήρθε από την Αφρική, βγήκε από τα σπλάχνα της 5ης ισχυρότερης οικονομίας του κόσμου, της κοσμοπολίτισσας Γαλλίας, της πρωταγωνίστριας στην Ευρωπαϊκή Ένωση Γαλλίας, εκεί όπου οι καπιταλιστικές σχέσεις και η αστική πολιτική επικράτησαν πριν 200 και πλέον χρόνια, υποσχόμενες «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα».

       Η επιχειρούμενη ερμηνεία του φαινομένου με σενάρια συνωμοσιολογίας και παραλήρημα ηθικολογίας, με όρους φυλετικούς, εθνοτικούς ή πολιτισμικούς, όχι μόνο δεν ακουμπά στην πραγματικότητα, αλλά μετατοπίζει σκόπιμα τη συζήτηση σε εσφαλμένη κατεύθυνση. Η γαλλική εξέγερση έχει βαθιές ρίζες στο αποικιοκρατικό και ιμπεριαλιστικό παρελθόν της Γαλλίας και «υποκινήθηκε» μόνο από τη σκληρή αυταρχική και βαθύτατα αντιλαϊκή πολιτική των κυβερνήσεών της. Το πραγματικό αίτιό της: η νεοφιλελεύθερη «παγκοσμιοποίηση», που επιβάλλει, εξαιτίας της επέκτασης των πολυεθνικών, ανοιχτές και «ελαστικές» αγορές εργασίας, που δημιουργούν συνθήκες ψευτοπασχόλησης εκατομμυρίων ανθρώπων και αποσύνθεση του κοινωνικού κράτους, την άμεση ή έμμεση ιδιωτικοποίηση των συστημάτων υγείας και εκπαίδευσης και δραστικές περικοπές των κοινωνικών επιδομάτων.

       Η εξέγερση αυτή, που έχει καθαρό ταξικό υπόβαθρο, είχε προαναγγελθεί: ήδη από το 1981 η οργή ξεσπούσε σε αυτοκίνητα και κτίρια στο Βενισιέ, το 1993 στο Μελάν, το 1994 στη Ρουάν, στο Πο, στη Μπετύν, το 1995 στη Χάβρη, στο Νουασύ-λε-Γκραντ, στη Ναντέρμ, στο Λαβάλ, κάνοντας ολοένα και πιο δυνατή τη μεταναστευτική κραυγή, θυμίζοντας ότι «το κοινωνικό ρήγμα βαθαίνει ολοένα και περισσότερο».

       Ο θάνατος του Μπουάνα και του Ζεντ, των δύο νεαρών μεταναστών, που για ν’ αποφύγουν την αστυνομία κλείστηκαν σε ηλεκτρικό πυλώνα και απανθρακώθηκαν, ήταν η σταγόνα που έκανε να ξεχειλίσει το ποτάμι της οργής για τη φτώχεια, την ανεργία, την κοινωνική εξαθλίωση, την αστυνομοκρατία, τον καθημερινό εξευτελισμό, τη γκετοποίηση, τη μαζική καταδίκη ανθρώπων στο περιθώριο της ζωής και της κοινωνίας.

       Σε κάθε περίπτωση οι εξεγέρσεις των γάλλων απόκληρων αποτελούν μικρές εκρήξεις σε μια Ευρώπη που είναι ηφαίστειο. Μιας Ευρώπης που, πορευόμενη με αυτόματο πιλότο την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενεργεί απροκάλυπτα ως ανώτατο συμβούλιο των πολυεθνικών και των συμφερόντων τους και της νέας οργάνωσης της «βίας» κατά των εργαζομένων, συνθλίβοντας και εξοντώνοντας ανθρώπινες ζωές. Τα φθηνά εργατικά χέρια του παρελθόντος –της μεγάλης μάζας των ανειδίκευτων εργατών και ακόμα περισσότερο των παιδιών και εγγονιών των μεταναστών, που άλλοτε στήριξαν τη Γαλλία στην ανάπτυξή της – έμειναν σήμερα άδεια και οργισμένα.

       Αυτές τις μέρες, στη Γαλλία, εξεγέρθηκαν τα πιο ευάλωτα θύματα αυτού του «ταξικού πολέμου», ταράσσοντας το συναινετικό ύπνο του «μέσου φιλήσυχου πολίτη». Τα οργισμένα παιδιά και εγγόνια των Αράβων ή μαύρων Αφρικανών μεταναστών, που γεννήθηκαν στη Γαλλία και είναι γάλλοι πολίτες ήρθαν σε ρήξη – με αυτοκαταστροφική σήμερα μανία, ελλείψει πολιτικών χαρακτηριστικών και στόχων και σύνδεσής τους με το εργατικό κίνημα – με ένα σύστημα που τους περιφρονεί, τους ταπεινώνει και τους κακοποιεί, με το λαμπερό Ευρωπαϊκό μοντέλο των ανοιχτών αγορών και των 25 εκατομμυρίων ανέργων.

       Οι πολεμικές κραυγές των αθλίων του Παρισιού και των άλλων γαλλικών πόλεων ανατάραξαν τις βάσεις της γαλλικής κοινωνίας, ράγισαν τη βιτρίνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έστειλαν ισχυρή προειδοποίηση στις αστικές τάξεις όλων των χωρών της Ευρώπης. «Προσέξτε! Μια μέρα όλη η Γαλλία θα πάρει φωτιά!» – «Δεν είδατε τίποτε ακόμη!» – «Θέλετε-δε θέλετε, οι μέρες της αφθονίας σας είναι μετρημένες!» – «Είναι η αρχή του πολέμου! Αυτό να το θυμάστε!».

                                                                                 Νοέμβρης 2005